Την ώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να ενισχύσει τη συσπείρωση της Νέας Δημοκρατίας, με περιοδείες και επαφές με βουλευτές, διαδοχικές εστίες πολιτικής πίεσης δυσκολεύουν την προσπάθεια του Μεγάρου Μαξίμου να επιβάλει τη δική του ατζέντα. Οι διαφορετικές δημόσιες τοποθετήσεις για τα εθνικά θέματα, η διαχείριση της υπόθεσης Μπεκίρη και οι παρεμβάσεις Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά συνθέτουν μια απαιτητική συγκυρία.
Το ερώτημα που τίθεται κάθε φορά από «γαλάζιους» βουλευτές σε τέτοιες περιστάσεις είναι εάν υπάρχει κυβερνητικός μηχανισμός που έχει την ικανότητα να αντιμετωπίζει εγκαίρως τα προβλήματα, προτού αυτά αποκτήσουν μεγαλύτερες πολιτικές διαστάσεις.
Οι διαφορετικές φωνές για τα εθνικά και η υπόθεση Μπεκίρη
Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, η απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική επιχειρηματολογία και σε δηλώσεις βουλευτών της συμπολίτευσης έγινε ιδιαίτερα αισθητή. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ, Δημήτρης Καιρίδης, χαρακτήρισε «πολιτική ήττα» την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου. Η τοποθέτησή του απέκτησε πρόσθετο βάρος λόγω της κοινοβουλευτικής του ιδιότητας και της ενασχόλησής του με τα διεθνή ζητήματα, σε μια στιγμή κατά την οποία η κυβέρνηση επιχειρούσε να αποκρούσει ακριβώς αυτή την αποτίμηση των εξελίξεων.
Ακολούθησε η συζήτηση για την έκφραση «τον ήπιαμε» του Δημήτρη Καλογερόπουλου, την οποία ο ίδιος χαρακτήρισε στη συνέχεια ατυχή, διευκρινίζοντας ότι δεν αποτύπωνε ούτε την εθνική θέση ούτε τη δική του πεποίθηση για τις δυνατότητες της χώρας. Η ανασκευή, όμως, ήρθε αφού η αρχική δήλωση είχε ήδη τροφοδοτήσει την αντιπαράθεση και είχε γίνει σύνθημα στα χείλη βουλευτών της αντιπολίτευσης.
Στην ίδια συζήτηση προστέθηκε η παλαιότερη αναφορά του Άγγελου Συρίγου ότι η Ελλάδα υποχώρησε στην Κάσο το 2024. Διαφορετικές παρεμβάσεις, με διαφορετικό περιεχόμενο, που δημιουργούν πάντως μια εικόνα δυσκολίας στη διαμόρφωση ενιαίας πολιτικής γραμμής.
Η υπόθεση Μπεκίρη ανέδειξε ένα άλλο σκέλος του προβλήματος που εμφανίζεται αρκετές φορές στο κυβερνών κόμμα: τον χρόνο αντίδρασης. Χθες, ο στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού ανακοίνωσε την προσωρινή αποχώρησή του από τα καθήκοντα του διευθυντή του πρωθυπουργικού γραφείου στη Βουλή, μέχρι τη δικαστική διαλεύκανση της υπόθεσης που αφορά τον τρόπο τοποθέτησής του στη θέση που κατείχε και την ύπαρξη ή μη πτυχίου.
Ο ίδιος έκανε λόγο για προσωπική στοχοποίηση, τόνισε ότι πρόκειται για δική του απόφαση και απέρριψε την ερμηνεία ότι η αποχώρηση συνιστά αποδοχή κατηγοριών.
Είχαν προηγηθεί δημοσιεύματα και ερωτήματα της αντιπολίτευσης. Το ΠΑΣΟΚ επανήλθε μετά την ανακοίνωση της αποχώρησης, υποστηρίζοντας ότι τα ερωτήματά του παρέμεναν αναπάντητα. Η αποχώρηση δεν έκλεισε αυτομάτως τη συζήτηση και έθεσε εκ νέου το ζήτημα κατά πόσον έγκαιρες, συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες απαντήσεις θα μπορούσαν να είχαν περιορίσει την έκταση μιας υπόθεσης που πλήττει τη Νέα Δημοκρατία στο αφήγημα της αριστείας.
Οι παρεμβάσεις Καραμανλή – Σαμαρά και η δυσαρέσκεια στη βάση
Σε αυτό το περιβάλλον προστέθηκαν οι παρεμβάσεις των δύο πρώην πρωθυπουργών. Ο Κώστας Καραμανλής, μιλώντας στο Πολεμικό Μουσείο, τάχθηκε τόσο κατά της αναζήτησης τουρκικής άδειας όσο και κατά της ενημέρωσης της Άγκυρας για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου.
Η θέση του διαφοροποιείται από την κυβερνητική διάκριση μεταξύ άδειας και ενημέρωσης. Ο Παύλος Μαρινάκης επέμεινε ότι άδεια δεν θα ζητηθεί, υποστηρίζοντας ότι η ενημέρωση δεν δημιουργεί νομικές συνέπειες, ενώ απέφυγε την ευθεία αντιπαράθεση με τον πρώην πρωθυπουργό.
Ο Αντώνης Σαμαράς προχώρησε σε ευθεία επίθεση. Στο άρθρο του στην «Εστία» χαρακτήρισε τις εξελίξεις στη Λιβύη αποτυχία και ζήτησε αλλαγή εξωτερικής πολιτικής και αποπομπή του Γιώργου Γεραπετρίτη.
Οι δύο παρεμβάσεις, και κυρίως τα όσα είπε ο Κώστας Καραμανλής, καταγράφουν δημόσιες διαφωνίες για ζητήματα που βρίσκονται στον πυρήνα της κυβερνητικής πολιτικής. Πρόκειται για θέσεις που ενστερνίζονται και υιοθετούν στο παρασκήνιο και βουλευτές της ΝΔ.
Οι εσωκομματικές μουρμούρες έχουν, παράλληλα, και καθημερινό υπόβαθρο. Βουλευτές συναντούν στις περιφέρειές τους παράπονα για την ακρίβεια και τη στέγαση, μαζί με ενστάσεις παραδοσιακών ψηφοφόρων για την παρουσία πασοκογενών στελεχών στην κυβέρνηση. Πρόκειται για διαφορετικές πηγές δυσαρέσκειας, οι οποίες επιβαρύνουν ταυτόχρονα την προσπάθεια επαναπροσέγγισης της κομματικής βάσης.
Για το Μαξίμου, συνεπώς, η πρόκληση υπερβαίνει την αντιμετώπιση μιας ατυχούς φράσης ή μιας μεμονωμένης υπόθεσης. Απαιτεί ταχύτερες απαντήσεις, ουσιαστικότερη επικοινωνία με την Κοινοβουλευτική Ομάδα και μεγαλύτερη συνοχή στις δημόσιες τοποθετήσεις.
Οι περιοδείες του πρωθυπουργού, οι οποίες θα συνεχιστούν, μπορούν να ενισχύσουν την επαφή με τους πολίτες. Η αξιοπιστία της κυβερνητικής λειτουργίας, όμως, κρίνεται και από το πόσα προβλήματα αντιμετωπίζονται στην αρχή τους, πριν χρειαστεί να αναλάβει προσωπικά τη διαχείρισή τους ο πρωθυπουργός.
